Γιατί ο «Νόμος Ακιντζί» είναι αντισυνταγματικός

Το Νομικό Τμήμα του Εθνικιστικού Απελευθερωτικού Κινήματος έχει μελετήσει το Νόμο Ακιντζί και καταλήγει στο πόρισμα ότι ο εν λόγω Νόμος είναι αντισυνταγματικός με την ακόλουθη νομική τεκμηρίωση: 

  1. Ο Νόμος προωθήθηκε και ψηφίστηκε από την Κοινοβουλευτική Ομάδα Του Δησύ, η οποία κατά την ψήφιση της ΚΔΠ 60/17, τήρησε αποχή και στην παρατιθέμενή της Αιτιολογική Έκθεση ουδόλως αιτιολογεί, γιατί σε διάστημα ολίγων ημερών από τη ψήφιση της ΚΔΠ 60/17 μέχρι την υποβολή της Πρότασης Νόμου και προτού ακόμη η ΚΔΠ 60/17, δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα, προέκυψε η ανάγκη να υποβληθεί αυτή η Πρόταση Νόμου και να διαφοροποιήσει τη θέση της από αποχή σε άρνηση.
  2. Η εν λόγω Αιτιολογική Έκθεση είναι ανυπόστατη, δεν αποτελεί αιτιολογία παρά ταυτολογία και κατά συνέπεια δεν είναι νόμιμη, δεν είναι πλήρης και δεν είναι εμπεριστατωμένη, αποτελεί ομολογία παρανομίας, προσκρούει στην Αρχή της Αναλογικότητας  και στην Αρχή της Νομιμότητας, αντιφάσκει με το πνεύμα της ΚΔΠ 60 /17 και εξυπηρετεί την Αρχή της Σκοπιμότητας.

3.      Η εν λόγω πρόταση Νόμου είναι ξεκάθαρο ότι φωτογραφίζει τον εορτασμό της Επετείου του Ενωτικού Δημοψηφίσματος και συνιστά μεθόδευση της κατάργησης της Επετείου και τούτο για να ικανοποιήσει την απαίτηση του Μουσταφά Ακιντζί, η οποία απαίτηση αποβλέπει να εξυπηρετήσει τους σκοπούς του Κατοχικού Καθεστώτος και της Τουρκίας να υποσκάψει το κύρος της Βουλής των Αντιπροσώπων ως θεσμού της Κρατικής Οντότητας, να καταρρακώσει την αξιοπρέπεια των Κυπρίων ως κοινωνών δικαίου και να απαξιώσει τις πνευματικές βάσεις του  Ελληνισμού της Κύπρου.

4.       Η εν λόγω ενέργεια της Βουλής των Αντιπροσώπων συνιστά καταχρηστική ενέργεια διότι η Βουλή των Αντιπροσώπων με την επιδιωκόμενη τροποποίηση της εκφεύγει του συνταγματικού της ρόλου, εισάγει στο νομοθετικό έργο αλλότρια ζητήματα και η ίδια καθίσταται άθυρμα του εκπροσώπου του Κατοχικού Καθεστώτος.

  1. Είναι καθήκον της Βουλής να μην ασκεί, κατά τρόπο καταχρηστικό, τις εξουσίες της και ενεργεί αντισυνταγματικά, διότι:

1        Κατά γενική αρχή του Δικαίου, η οποία επίσης απορρέει από την Αρχή της Νομιμότητας και του Κράτους Δικαίου, καμία διοικητική αρχή, κανένα όργανο και κανένας οργανισμός και κανένα πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, δεν δύνανται να ασκούν τα κεκτημένα από την οικεία έννομη τάξη, εξουσία τους, κατά τρόπο καταχρηστικό.

2        Στην έννοια δε του δημοσίου δικαίου, η καταχρηστική άσκηση αρμοδιότητας συνιστά λόγο ακυρώσεως της πράξης. Κατάχρηση δε, κατ’ αυτή την έννοια, θεωρείται η εξυπηρέτηση σκοπού αλλότριου από τον επισήμως, πλην όμως προσχηματικώς, επικαλούμενο.  Κατ’ επέκταση και κατά λογική, αλλά πρωτίστως και κατά νομική ακολουθία των πιο πάνω, αντίστοιχη υποχρέωση αποφυγής κατάχρησης εξουσίας ή κατάχρησης δικαιώματος έχουν και τα πολιτειακά όργανα τα οποία είναι φορείς των τριών εξουσιών- λειτουργιών της πολιτείας.

3         Ρητώς δε, η παράγραφος 1 του Άρθρου 137 του Συντάγματος απαγορεύει στη Βουλή των Αντιπροσώπων, με νόμο ή απόφαση της να ποιείται δυσμενή διάκριση εις βάρος οιασδήποτε  των δύο κοινοτήτων και σε περίπτωση παρέκκλισης παρέχει το δικαίωμα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να προσφεύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο και αντίστοιχη εξουσία στο Ανώτατο Δικαστήριο να ελέγχει τέτοια παρεκτροπή.

4         Το Άρθρο δε 179 του Συντάγματος καθιστά το Σύνταγμα ως τον υπέρτατο Νόμο της Δημοκρατίας και ρητώς απαγορεύει στη Βουλή των Αντιπροσώπων να νομοθετεί και σε οποιοδήποτε όργανο, αρχή ή πρόσωπο, ασκούν εκτελεστική εξουσία ή διοικητικό λειτούργημα, να αποφασίζουν ή να ενεργούν με καθ’ οιονδήποτε τρόπο αντίθετα ή ασύμφωνα προς οιανδήποτε διάταξη του Συντάγματος.

  1. Περιεχόμενο της Κανονιστικής Διοικητικής Πράξης 60/2017

1         Η Κανονιστική Διοικητική Πράξη 60/2017, η οποία θεσπίσθηκε στις 24/2/2017 και την οποία η προσβαλλόμενη πρόταση Νόμου αποβλέπει να τροποποιήσει, στο Μέρος ΙΙ, Κανονισμός 3, υπό τον τίτλο ενότητας «οι Αρχές που διέπουν την ερμηνεία και εφαρμογή των παρόντων Κανονισμών» επιβάλει μεταξύ άλλων το σεβασμό στη φυλή, γλώσσα, θρησκεία και πεποιθήσεις του παιδιού ή των γονέων του και στην εθνική του καταγωγή. Ομοίως και ο Κανονισμός 4 κατοχυρώνει το δικαίωμα στην ελευθερία σκέψης και συνείδησης του μαθητή καθώς και το δικαίωμα των γονέων του μαθητή να καθοδηγήσουν αυτό εις ότι αφορά την άσκηση του ως άνω δικαιώματος του. Επίσης και το εδάφιο 6 του ιδίου Κανονισμού, στις παραγράφους (β), (γ) και (δ), ορίζει ότι το εκπαιδευτικό σύστημα αποσκοπεί στην ανάπτυξη του σεβασμού για τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις θεμελιώδεις ελευθερίες και αρχές που καθιερώνονται στον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, στην ανάπτυξη του σεβασμού προς τους γονείς του παιδιού, της ποιότητάς του, τη γλώσσα του και τις πολιτιστικές του αξίες καθώς και του σεβασμού του προς τις εθνικές αξίες της χώρας στην οποία διαβιοί και στην προετοιμασία του παιδιού μεταξύ άλλων «στην ανάπτυξη του σεβασμού προς τα πρόσωπα αυτοχθόνου καταγωγής».

2        Στην προκειμένη περίπτωση, συμφώνως του Κανονισμού 8, χωρίστηκαν οι σχολικές αργίες και συνακόλουθα οι σχολικές επέτειοι στις 4 ακόλουθες κατηγορίες:

(1)   Οι σχολικές αργίες

(2)   Οι καθιερωμένοι σχολικοί εορτασμοί, για τους οποίους μπορεί να διατεθούν μέχρι δύο διδακτικές περίοδοι

(3)   Επέτειοι στις οποίες θα πραγματοποιούνται εκδηλώσεις με διάθεση μίας μόνο διδακτικής περιόδου

(4)   Επέτειοι στις οποίες γίνεται ανάγνωση μηνυμάτων και ολιγόλεπτη συζήτηση στην τάξη

3        Στην τέταρτη ως άνω Κατηγορία εντάσσεται και ο εορτασμός του Ενωτικού Δημοψηφίσματος της 15ης Ιανουαρίου 1950.

  1. Ο αλλότριος σκοπός του Νόμου Ακιντζί

1         Με την προσβαλλόμενη Πρόταση Νόμου, άρθρο 2, επιδιώκεται όπως η Βουλή των Αντιπροσώπων απεκδυομένη της σχετικής αρμοδιότητάς της, μεταφέρει στο Υπουργείο Παιδείας την αρμοδιότητα καθορισμού των σχολικών επετείων  της τέταρτης ως άνω Κατηγορίας.

2        Δια της προσβαλλομένης Πρότασης Νόμου, κατά τρόπο παράδοξο και νομικώς ανακόλουθο, η Βουλή διατηρεί την αρμοδιότητα καθορισμού των επετείων των υπολοίπων κατηγοριών.

3         Από τα πρακτικά της συνεδρίασης της αρμόδιας Επιτροπής της Βουλής, προκύπτει ότι ο λόγος για τον οποίο μεθοδεύεται η μεταφορά στον Υπουργό Παιδείας της αρμοδιότητας της Βουλής, γι’ αυτή και μόνο την κατηγορία των επετείων, είναι η κατάργηση του εορτασμού της επετείου του Ενωτικού Δημοψηφίσματος. Τούτο δε έγινε προκειμένου να καταστεί εφικτή η επιστροφή του Μουσταφά Ακιντζί στις διακοινοτικές συνομιλίες και η συνέχιση των συνομιλιών. Το ως άνω δε αποκαλύπτει εναργώς η τοποθέτηση του Κοινοβουλευτικού Εκπροσώπου του ΑΚΕΛ Γιώργου Λουκαΐδη, ο οποίος σύμφωνα με τη δημοσιογραφική ανταπόκριση:

«…ξεκαθάρισε τη θέση του ΑΚΕΛ, τονίζοντας ότι το κόμμα του διατηρούσε και συνεχίζει να διατηρεί επιφυλάξεις σε σχέση με την παραχώρηση αρμοδιοτήτων της Βουλής σε Υπουργούς. Επεσήμανε ότι, στο συγκεκριμένο ζήτημα, υπάρχουν ειδικές συνθήκες, οι οποίες άπτονται της συνέχισης της διαπραγματευτικής διαδικασίας στο Κυπριακό, γεγονός που ωθεί το ΑΚΕΛ στο να στηρίξει την πρόταση νόμου του ΔΗΣΥ. Ήταν έντονος, ωστόσο, στο γεγονός ότι το ΑΚΕΛ διατηρεί το δικαίωμα να επαναφέρει το θέμα στη Βουλή, σε περίπτωση που γίνεται αλόγιστη χρήση από μέρους του Υπουργείου, σε σχέση με το δικαίωμα που θα παραχωρηθεί από τη Βουλή.

4        Ως είναι ευλόγως αντιληπτό, εν’ όψει των ως άνω, η προσβαλλόμενη πρόταση Νόμου, εάν ψηφισθεί, συνιστά κατάχρηση εξουσίας και αρμοδιότητας εκ μέρους της Βουλής των Αντιπροσώπων κατά τρόπο πολιτειακώς ανεπίτρεπτο και ασύμβατο με την ισχύουσα συνταγματική τάξη, καθ’ όσον εμφανίζεται η Βουλή να νομοθετεί όχι προκειμένου να καλύψει μίαν αναφύουσα ανάγκη ή να ρυθμίσει ένα τομέα του κοινωνικού γίγνεσθαι, ως είναι και ο κατά το Σύνταγμα προορισμός της, αλλά προκειμένου να εξυπηρετήσει αλλότριους προς τον συνταγματικό προορισμό της σκοπούς, δηλαδή την επάνοδο του Μουσταφά Ακιντζί στις συνομιλίες.  Η μεθόδευση αυτή συνιστά συνταγματικώς ανεπίτρεπτη εκτροπή καθ’ όσον:

(1)   εμφανίζει τη Βουλή ως νομοθετούσα όχι ελευθέρως βουλευόμενη αλλά υπό το κράτος εκβιασμού, και

(2)    παραβιάζει τη μείζονα κοινοβουλευτική και δημοκρατική αρχή ότι εις έκαστος βουλευτής ψηφίζει και νομοθετεί με βάση τη συνείδησή του και την εικαζόμενη βουλήσεως των εκλογέων του και όχι τα κελεύσματα της κομματικής του ηγεσίας, δίκην νεοσύλλεκτου στρατιώτη.

5        Στην προκείμενη περίπτωση, ως είναι κοινώς γνωστό, οι βουλευτές του ενός εκ των προτεινόντων την προσβαλλομένη Πρόταση Νόμου κόμματος, δηλαδή του ΔΗΣΥ, κατά τη ψήφιση της διάταξης, της οποίας σκοπείται η κατάργηση, τήρησαν αποχή. Τώρα δε, κατ’ επιταγή της λεγομένης και αντιτιθέμενης προς τους ελεύθερους θεσμούς, κομματικής πειθαρχίας, καλούνται ν’ αλλάξουν την ψήφο τους όχι κατά συνειδησιακή επιταγή αλλά κατ’ επιταγή της εν λόγω κομματικής πειθαρχίας.  Τούτο δε παραβιάζει τη Δημοκρατική Αρχή η δε Βουλή ως σύνολο, καλουμένη να νομοθετήσει, ως η προσβαλλόμενη Πρόταση Νόμου παραβιάζει τη συνταγματική τάξη.

  1. Φυλετική διάκριση εις βάρος των αυτόχθονων Ελλήνων.

1        Τα δικαιώματα των μελών των δύο κοινοτήτων της Κύπρου προκειμένου να μην τυγχάνουν δυσμενούς  διάκρισης προστατεύονται πρωτίστως από το Άρθρο 6. Αλλά και το Άρθρο 5 του Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα των δύο κοινοτήτων να εορτάζουν τις εθνικές τους εορτές.

2        Επίσης το άρθρο 87 του Συντάγματος προέβλεψε αποκλειστική εξουσία σε κάθε κοινότητα, αναλόγως να νομοθετεί επί θεμάτων θρησκευτικού χαρακτήρα ως και επί εκπαιδευτικών, μορφωτικών και διδακτικών θεμάτων και παρομοίως η παράγραφος 1 του Άρθρου 18 του Συντάγματος κατοχυρώνει το δικαίωμα ελευθερίας σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας.

3         Η προσβαλλόμενη Πρόταση Νόμου είναι θεσμικώς άκυρη καθ’ όσον ευρίσκεται σε αντίθεση με το πνεύμα του Νόμου αλλά και με ένα εκ των βασικών σκοπών του Νομοθέτη ο οποίος είναι η καταπολέμηση των φυλετικών διακρίσεων, δεδομένου ότι εισάγει ανεπίτρεπτη φυλετική διάκριση σε βάρος την αυτοχθόνων Ελλήνων της Κύπρου, δοθέντος ότι ενώ θεσπίζει τον εορτασμό επετείων οι οποίες αφορούν άλλες εθνότητες που αφορούν το σύνολο των Ελλήνων καταργεί μία επέτειο, η οποία αφορά αποκλειστικώς και μόνο τον Ελληνισμό της Κύπρου και μάλιστα όχι διότι αυτή η επέτειος εμπεριέχει οτιδήποτε το μεμπτό αλλά προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο αλλότριος προς το νομοθετικό έργο και το συνταγματικό προορισμό της Βουλής, σκοπός της επιστροφής του Μουσταφά Ακιντζί στις συνομιλίες.

 

Νομικό Τμήμα του

Εθνικιστικού Απελευθερωτικού Κινήματος